ἐμπόρφυρος

ἐμπόρφυρος
ἐμπόρφῠρος, ον,
A inclining to purple, Dsc.3.100, Orib.Syn.2.56.17, Cat.Cod.Astr.8(4).251.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Look at other dictionaries:

  • εμπόρφυρος — ἐμπόρφυρος, ον (Α) κάπως πορφυρός, ελαφρώς πορφυρός, όχι βαθύς κόκκινος …   Dictionary of Greek

  • ἐμπόρφυρος — inclining to purple masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμπόρφυρον — ἐμπόρφυρος inclining to purple masc/fem acc sg ἐμπόρφυρος inclining to purple neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμπορφύρους — ἐμπόρφυρος inclining to purple masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμπόρφυρα — ἐμπόρφυρος inclining to purple neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμπόρφυροι — ἐμπόρφυρος inclining to purple masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πορφύρα — I Σύνδρομο που χαρακτηρίζεται από τριχοειδείς αιμορραγίες του δέρματος, των βλεννογόνων ή του παρεγχύματος. Στο δέρμα η π. εκδηλώνεται με μικρές κόκκινες κηλίδες που δεν εξαλείφονται αν πιεστούν με γυάλινη πλάκα. Οι π. διαιρούνται σε δύο μεγάλες… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”